* * * * * * * * * * * * * * * ** * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * ** * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * *
Σελίδες για την ζωή και το συγγραφικό έργο του Αρκά συγγραφέα ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΝΟΥ (Παναγιωτόπουλου Τρίπολη 1943-Αθήνα 1998) // της εφημερίδας "Αρκαδικό Βήμα"
* * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * * ** * * *

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

25 χρόνια μετά. Γιάννης Πάνου ...από το στόμα της παλιάς Remington...

25 χρόνια μετά. Γιάννης Πάνου ...από το στόμα της παλιάς Remington...

Συγγραφείς:   Θωμάς Σκάσσης -  Μισέλ Φάις - Κώστας Βούλγαρης -  Τάσος Χατζητάτσης
Εκδότης: Καστανιώτης
Σελίδες:  136
Ημ. Έκδοσης: 01/09/2006


Μάιος του 1981. Σε ένα άσημο τυπογραφείο της Θεσσαλονίκης τυπώνεται ένα βιβλίο που έμελλε να αποτελέσει μια μεγάλη τομή στην ελληνική πεζογραφία. Ο συγγραφέας του σχεδόν άγνωστος: Γιάννης Πάνου. Ο τίτλος του άβολος: ...από το στόμα της παλιάς Remington... Είκοσι πέντε χρόνια μετά, τέσσερις νεώτεροι πεζογράφοι, με μια πρωτόγνωρη συλλογική χειρονομία, αποτίουν την οφειλόμενη τιμή, εξηγώντας γιατί, μετά από αυτό το βιβλίο, δεν εννοούμε το ίδιο πράγμα όταν μιλάμε για «πεζογραφία» και «μυθιστόρημα». Μια χειρονομία με βαρύ συμβολικό φορτίο και πολλαπλές συνδηλώσεις, που θα συζητηθεί.

Στον πρόλογό του, ο Παναγιώτης Μουλλάς θέτει το μέτρο των πραγμάτων: μπορούμε να ταυτίσουμε την Remington με την ολοκλήρωση μιας λογοτεχνικής πορείας συνδεδεμένης κυρίως με τον μοντερνισμό;

Ακολούθησε ένα ακόμη βιβλίο του Γιάννη Πάνου, η Ιστορία των μεταμορφώσεων, που εκδόθηκε το 1998, λίγο πριν από τον θάνατό του. Θα χρειαστούν άλλα είκοσι πέντε χρόνια για να έρθει ο καιρός και αυτού του βιβλίου; Ήταν ο συγγραφέας Γιάννης Πάνου τόσο μπροστά από την εποχή του ή εμείς τόσο πίσω από τη λογοτεχνία που γράφεται στις μέρες μας; Έφθασε λοιπόν η ώρα της Remington;

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Πάνος Θεοδωρίδης: Για τον Γιάννη Πάνου

Γιάννης Πάνου
Γνωριμία
Τη «Βιβλιοθήκη» την άνοιξαν ο Γιώργος Παλιαδέλης και ο Γιάννης Σολακίδης. Σύντομα μαζί τους, η Νόρα Αναγνωστάκη, ως συνεταίρος και ο Μανόλης Αναγνωστάκης, στο γραφείο εμπρός δεξιά. Αυτά, το 1970 και 1971. Ο Γιάννης Παναγιωτόπουλος (η Γιάννης Πάνου) πήρε το μεράδι των ιδρυτών. Μπήκα μια μέρα φουριόζος και τον είδα πρώτη φορά. Ευγενής, σοβαρός, βαθύφωνος. 
Κωστάκης
Ο Κωστάκης ήταν ο γιός της Ρούλας Πατεράκη απο τον πρώτο της γάμο. Ο Γιάννης τον λάτρευε και τον φρόντιζε. Ο Γιάννης ήταν ενωμένος με τη Ρούλα. Κανένας δεν το ονομάτιζε, αλλά τους έδενε βαθύς ερωτισμός.
Δημητρώφ
Όταν γνώρισα τον Δημήτρη Αστερίου ή Δημητρώφ και αρχίσαμε την ανάλυση των μαρξιστών συγγραφέων επί έτη πολλά, οι  θερμές συστάσεις γιά τις γνώσεις και την υπερκινητικότητά του έγιναν απο τον Γιάννη. Τότε κατάλαβα πως είχε παίξει σπουδαίο ρόλο στα φοιτητικά πριν τη δικτατορία. Δεν έβγαζε άχνα γι αυτά. Ποτέ δεν ανέφερε λεξη για ποιόν λογο παράτησε το Πολυτεχνείο.
Αλιάκμων
Μαθαίνοντας ότι ετοίμαζα περιοδεία αρχαιογνωστική και ανίχνευσης εμφυλίων πληγών αναπλέοντας τον Αλιάκμονα, παρακάλεσε τον Μανόλη και την επαύριο, εκείνος μου έφερε πολυ υλικό απο έντυπα, πολυγραφημένα κείμενα και ιδιόγραφα γιά τα έτη 1943-1949. Επέστρεψα τα πάντα πριν την αναχώρηση.
Ευστράτιος
Μαθαίνοντας ότι αποτύπωνα με μπλοκάκι αγιορείτικα μνημεία, μου περιέγραψε ζωντανά τις εμπειρίες του απο τον Ευστράτιο Διονυσιάτη και θερμά συνηγόρησε να τον επισκεφθώ. Αρκεί να πήγαινα ρεγάλο ένα ούζο, ένα μπράντι καλύτερα. Πήγαμε το 1976 με τον Κώστα Προγκιδη και ο γέροντας μας δέχτηκε αυταρχικά και σεμνά, ως έπρεπε σε κάτοικο ενός ορόφου της μονής, ακόμη ήταν ιδιόρρυθμη, ώσπου του έδωσα χαιρετίσματα από τον Γιάννη. Το τι είπαμε και τι δεν κρύψαμε, θα μπορούσε να ξαναγράψει την ιστορία της μισής δεξιάς στην Ελλάδα.
Κατοικίες
Σε τρία σπίτια τον  είδα. Στα Διώροφα της Καλαμαριάς, στην πλατεία του πάρκου Κρήτης και σε ένα σπιτάκι που αγόρασαν στην άκρη του χωρίου Σωτήρος της Θάσου, που ποτέ δεν κατάφεραν να συμμαζέψουν. Μετά έφυγαν Αθήνα, κατά το 1986/7 και δεν ξέρω κανένα σπίτι τους.
Σύγγαμβροι
Στο Σωτήρος είχε σπίτι ο Νίκος Γαρέφης, εξίσου ψηλός με τον Γιάννη και με γιγαντικά χαρακτηριστικά. Συμβίωναν με δύο αδελφές, την Μήνα και την Ρούλα Πατεράκη. Μεταξύ τους έπεφτε σαρκασμός, πλάκες και το κοροϊδιλίκι της αρκούδας,για τα πάντα, καθώς αμφότεροι απέφευγαν το βροντερό γέλιο και ό,τι αστείο έλεγαν, το έπρατταν σοβαροί ωσάν βίσωνες. Αυτή είναι μιά σπάνια ιδιότητα των πράγματι πλακατζήδων ,ένας μπαστερκητονισμός.
Αναγνώστης
Διάβαζε τακτικά, ανασύροντας ένα ντοσιέ στην τρίχα, απο τον «Δημήτριο» που βγήκε στην αγορά ως «Απο το στόμα της παλιάς Ρέμινγκτον». Ήταν και θαυμάσιος ακροατής.
Αυτοκίνητο
Μιά μέρα αγόρασε αυτοκίνητο, ένα δίχρονο Ανατολικής Γερμανίας. Μετά θα έπαιρνε δίπλωμα και θα πηγαίναμε εκδρομές. Αντ΄αυτού, γρήγορα το πούλησε.
Λαλάκος
Ο αρχιτέκτων Λαλάκος Παπαδήμας που έμενε σε μεσοπολεμικό σπίτι που το χώριζε ένας δρόμος απο τα Κονιορδέικα, έβαλε τα χρήματα και βγήκε ηΡέμινγκτον απο τις δήθεν εκδόσεις Τρίλοφος.
Φίλοι
Ενώ έγραφα τα παραπάνω, σημάδευα τους φίλους και τις παρέες που εγνώριζα εξ αιτίας του, ή συμμετείχα ως μέλος. Στον αριθμό εβδομήντα, σταμάτησα, βέβαιος πως ξέχασα τους μισούς.
Αποχαιρετισμός
Remington
Θεσσαλονίκη, 16.10.1998
Εκοιμήθη ο Γιάννης Πάνου, συγγραφέας,με πανσελήνειο βλέμμα, υψηλόσωμος,μειλίχιος και βαθύφωνος ,με μιά μεγάλη γενειάδα που τον απέκοπτε από τον κόσμο των ηλιθίων, όπου κατανάλωσε το πολύτιμό του πνεύμα.
Τον γνώρισα στη «Βιβλιοθήκη», τον καιρό του Αναγνωστάκη, του Λαλάκου, του πρώτου Τράμ. Ήταν έμπειρος και στοχαστικός άνθρωπος, ερωτευμένος παράφορα με την Ρούλα Πατεράκη. Καθώς η παρέα μας ανοιγόταν με αυτοσχέδια Κον Τίκι στους ωκεανούς του πνεύματος και οι μελλοντικοί επικριτές μας τέλειωναν το δημοτικό, υπήρχε ακόμη στη Θεσσαλονίκη χώρος γιά να διαβάζεις ποιήματα στους φίλους, να μελαγχολείς με τις ατυχίες τους, να εμπνέεσαι από τα όνειρά τους.
Η πειραματική σκηνή της Τέχνης,το βιβλιοπωλείο και αργότερα η επιθεώρηση δραματικής Τέχνης,μαζί με τις διαδοχικές του εγκατοικήσεις στην Κρήτης και στην Καλαμαριά, ήταν τα μέρη όπου ο Γιάννης Πάνου έζησε στη Θεσσαλονίκη. Ολόκληρη την άχαρη και στιφή δεκαετία του εβδομήντα ,όπου ακόμη και οι τραμπούκοι διατηρούσαν μιά σεβαστική επετηρίδα στις  απειλές τους. Ο Γιάννης ήταν ήδη ένας θρύλος από την εποχή του 1-1-4.
Περάσαμε πολλά μαζί,που έσβησαν και λυώσανε από τον ζωντανό κόσμο. Έμειναν εικόνες, κινήσεις και νεύματα,που μου άφησαν μιά εικαστική προρραφαηλιτισμού.Μερακλής μάγειρας, απίστευτα οργανωτικός,με κριτική συνείδηση που έφτανε στην εύγλωττη σιωπή, στοργικός πατέρας και ιδανικός σύντροφος μιάς βαθύστροφης και άκρως σημαντικής γυναίκας που έστεκε εύθρυπτη και ατλαζένια μπροστά στην πλεκτάνη της τέχνης.
Στο τέλος της μέρας μας έβαζε κονιάκ και μας διάβαζε το εργόχειρό του. Ήταν υπομονετικός τεχνίτης,διόρθωνε συχνά τον εαυτό του και με τον τρόπο του διόρθωνε και τους άλλους. Μετά τον πήρε η Αθήνα και οι μελαγχολικοί ορίζοντες. Μάθαινα πώς ζούσε κι όταν έμαθα ότι θα πέθαινε ,έκλεισα ακόμη ένα δωμάτιο, παράτησα ακόμη μιά βραγιά, στο φαντασιώδες πλήν υπαρκτό κτήμα της ζωής μου που ξεκίνησε ως παράδεισος και καταλήγει οσημέραι σε κτήμα του καραγκιόζη.
Δυό βιβλία, πέντε ίσως τυπωμένα κείμενα, ζωή σημαδεμένη από θεατρικές παραγωγές. Κανένας δεν θα τον ξαναδεί και γνώρισε λίγους ανθρώπους. Η τέχνη του ,λαμπερή, με σκοτεινές ερωτήσεις, απαιτεί ζοφώδη κόπο γιά να την προσεγγίσεις. Θυμάμαι που κηδέψαμε τον Αγγελο Καλογερόπουλο ,πρωτομαγιά του 1976 στη Νέα Παναγία. Ποιός θυμάται σώματα που δεν είδε; ποιός διαβάζει κείμενα που δεν έγραψε; η πρώτη μου γραφομηχανή ήταν μιά Remington. Γαλάζια. Τη μέρα που την πούλησα γιά να πληρώσουμε το ρεύμα ή κάποιο χρέος στην πόκα, σ΄ενα μαγαζί στην Αριστοτέλους, πέρασα από τον Γιάννη και του το είπα. Μελαγχόλησε.Ο εταίρος στα 18 κείμενα, ο συντάκτης ελευθερόφρονος φοιτητικού εντύπου, ο βιβλιολάτρης και βιβλιοφάγος, ο μεγάλος μου αδελφός, άντεχε  του κόσμου τις στερήσεις, αλλ΄όχι και την αφλογιστία των δακτύλων.
Ο Γιάννης Πάνου εκοιμήθη.Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Παναγιωτόπουλος και πρόγονός του ο μακεδονομάχος καπετάν Φούφας. Ευεργέτησε τους φίλους του, σακατεύτηκε εσωτερικά από την αριστερή του ιδεολογία και θα πετάει, γιά όποιον ενδιαφέρεται, τα πρώτα χρόνια του άλλου αιώνα, πάνω από τις γειτονιές που έζησε, θα νοιάζεται και θα προσέχει τη Ρούλα Πατεράκη και η σκιά του,στα δύσκολα χρόνια της λησμονιάς και της λησμοσύνης, θα καλύπτει τους προσερχομένους στον νεκρόδειπνο των ημερών.
Varia
Για τον Γιάννη έγραψα μιά  παρουσίαση πριν κυκλοφορήσει η Ρέμινγκτον, μια ανάλυση της Ιστορίας των Μεταμορφώσεων, ενώ τον μνημονεύω στον «Χαμαιδράκοντα» και σε ένα εμπιστευτικό e-mail προς τον Μανόλη Σαββίδη ενόσω ήμουν στην Κέρκυρα.


ΡΟΥΛΑ ΠΑΤΕΡΑΚΗ: Δεν μπορώ να ταυτίσω τον Γιάννη με τον Πάνου;

  Τέχνες  



Στις 15 και 16 Οκτωβρίου στις 9 μ.μ. παρουσιάζεται στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών το έργο “Ο Φιλόσοφος” από το Δραματικό Θέατρο της Ρούλας Πατεράκη. Πρόκειται για έναν μονόλογο που βασίζεται στην “Ιστορία των μεταμορφώσεων”, έργο του συντρόφου της στη ζωή Γιάννη Πάνου.
Συνέντευξη στην Κυριακή Τσολάκη
Δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του συντρόφου της Γιάννη Πάνου, η Ρούλα Πατεράκη επέλεξε να ερμηνεύσει ένα πολύ “δικό” της κείμενο. Πρόκειται για τον “Φιλόσοφο”, το τρίτο κεφάλαιο από το μυθιστόρημα “Ιστορία των μεταμορφώσεων”, που έγραψε ο άντρας ο οποίος σημάδεψε τη ζωή της. Το έργο μας μεταφέρει στην “τυραννισμένη συνείδηση” του “ύπατου των φιλοσόφων” Μιχαήλ Ψελλού, που έζησε στη διάρκεια της πιο πολυτάραχης και μελαγχολικής περιόδου του Βυζαντίου. Η γνωστή ηθοποιός και σκηνοθέτης, που κέρδισε με τον συγκεκριμένο ρόλο το Βραβείο Ερμηνείας Ηθοποιού Κ. Κουν 2006 σε ελληνικό έργο, μιλά για όλα αυτά στη “ΜτΚ”.
Γιατί επιλέξατε από όλο το μυθιστόρημα μόνο ένα κεφάλαιο; 
Η δομή αυτού του μυθιστορήματος απαρτίζεται από πέντε κεφάλαια, τα οποία είναι τελείως ανεξάρτητα μεταξύ τους. Καθένα από αυτά μπορεί να θεωρηθεί μια αυτόνομη νουβέλα και να παρουσιαστεί από μόνο του.

Τι δυσκολίες είχατε στη δραματοποίησή του; 
Όλο το μυθιστόρημα είναι μια πολύ υψηλή φιλοσοφική λογοτεχνία, θα μπορούσε ίσως να χαρακτηριστεί ένα σπουδαίο φιλοσοφικό δοκίμιο. Ως εκ τούτου υπάρχει πολύ μεγάλη δυσκολία το συγκεκριμένο πρόσωπο του μυθιστορήματος να αποκτήσει τη γνησιότητα και την αυθεντικότητα ενός θεατρικού προσώπου. Επομένως, το στοίχημα ήταν αυτό. Μετά από πολύ μεγάλη μελέτη βρήκα τρόπους και πατήματα τα οποία θεωρώ αρκετά σωστά. Νομίζω ότι τελικά πέτυχα αυτό το πρόσωπο να γίνει αληθινό.

Τι είδους μελέτη ήταν αυτή; 
Καθαρά υποκριτική. Χρειάστηκαν τεχνικές και υποκριτικοί δρόμοι, τους οποίους τις περισσότερες φορές ούτε κατονομάζουμε, γιατί είναι αρκετά μυστικοί και δεν περιγράφονται με δυο κουβέντες. Σ’ αυτούς περιλαμβάνεται η έννοια της σωματικότητας. Νομίζω ότι μόνο έτσι μπορεί να επιτευχθεί η μεταμόρφωση αυτού του προσώπου από καθαρά λογοτεχνικό σε θεατρικό.

Ο Γιάννης Πάνου ήταν σύντροφός σας και στη ζωή. Τι συναισθηματική φόρτιση σας προκαλεί αυτό και ποιες υπερβάσεις χρειάστηκε να κάνετε προκειμένου να καταλήξετε σ’ αυτή την παράσταση; 
Το πράγμα ήταν πολύ δύσκολο στην αρχή, γιατί είχα συνέχεια αναμνήσεις, αλλά και μεγάλη ψυχολογική πίεση. Σταδιακά όμως και όσο έμπαινα μέσα στη λειτουργία του κειμένου, κατά έναν παράδοξο τρόπο έγιναν οι σωστές αποστασιοποιήσεις. Έτσι, άρχισε να εξελίσσεται σε ένα καθαρά λογοτεχνικό κείμενο και η μορφή του Γιάννη ως ο άνθρωπός μου απομακρυνόταν. Το έργο έμενε καθαρό κι έτσι μπορούσα πιο εύκολα να το προσεγγίσω. Τώρα πλέον το απαγγέλλω ως ένα πολύ μεγάλο κείμενο και το αντιμετωπίζω με την ίδια απόσταση που θα έβλεπα έναν άλλο, άγνωστό μου συγγραφέα. Ο άνθρωπος Γιάννης Πάνου βρίσκεται στην καρδιά μου ως κάτι άλλο, αλλά έχω το σωστό δέος και σεβασμό απέναντι στο έργο του, ανεξάρτητα από την προσωπικότητά του.

Όταν ζούμε μια απώλεια, ο αρχικά έντονος πόνος απαλύνεται με τον χρόνο. Θεωρείτε ότι μ’ αυτή τη διαδικασία λυτρώνεστε οριστικά; 
Όχι, η συγκεκριμένη δουλειά δεν με έκανε να ξεφύγω από το προσωπικό μου πένθος. Αυτό έμεινε, γιατί ποτέ δεν μπόρεσα να ταυτίσω τον Γιάννη με τον Πάνου. Για μένα ο πρώτος είναι ο Γιάννης μου και ο δεύτερος είναι ο λογοτέχνης Πάνου. Ο πρώτος είναι ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος που εκτιμώ και θαυμάζω, ενώ ο δεύτερος είναι κάποιος που δεν γνωρίζω ακόμη καθόλου καλά. Τον συγγραφέα δεν τον κατάλαβα, ακόμη τον ανακαλύπτω και πολλές φορές τώρα συνειδητοποιώ κάποια πράγματα για εκείνον. Ξέρω όμως πολύ καλά τον δικό μου άνθρωπο.

Τι νέα πράγματα έχετε ανακαλύψει στον λογοτέχνη
Είναι ένας πολύ μεγάλος πεζογράφος. Δεν μπορώ να τον προσεγγίσω εύκολα. Νόμιζα ότι κάτι καταλάβαινα, αλλά το πεδίο του είναι πολύ βαθύτερο απ’ αυτό που πίστευα. Χρειάζεται πολύ μεγάλος φιλολογικός εξοπλισμός για να τον κατανοήσω.

Νομίζετε ότι δεν έχετε αυτόν τον εξοπλισμό; 
Δεν τον έχω... Πραγματικά. Δεν διαθέτω αυτές τις γνώσεις, ούτε αυτού του είδους την πνευματικότητα. Είμαι καλή σε έναν άλλο τομέα, ενώ αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο και αφηρημένο επίπεδο για μένα. Είναι ένας πάρα πολύ πνευματικός, αφηρημένος και αόριστος χώρος και η διάνοιά μου δεν τον φτάνει.

Πού αποδίδετε το γεγονός ότι όλο αυτό δεν το είχατε καταλάβει όσο ζούσε; 
Στο ταλέντο του. Άλλο είναι το ταλέντο ενός ανθρώπου και άλλο η καθημερινότητά του, άλλο το να ζεις μαζί του, να τον αγαπάς και να σε αγαπάει. Εκεί υπάρχει η απλότητα, η ζεστασιά, η τρυφερότητα, το πάθος. Όλο αυτό δεν έχει καμία σχέση με την πραγματική πνευματική εσωστρέφεια που χρειάζεται ένας μεγάλος λογοτέχνης. Εκεί είναι ένα μυστικό. Πιστεύω ότι ούτε η γυναίκα του Σεφέρη καταλάβαινε τον Σεφέρη.

Είναι “παγίδα” σε μια ερωτική-συντροφική σχέση να βιώνεις αυτή τη μεγάλη πνευματικότητα του άλλου και στην καθημερινότητα; 
Η καθημερινότητα είναι η ζωή και η τέχνη είναι η τέχνη. Αυτά τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Αν η ζωή ήταν τέχνη και η τέχνη ήταν ζωή, όλα θα ήταν μια χαρά.

Έχουν περάσει δέκα χρόνια από τότε που έφυγε ο Γιάννης Πάνου. Αναφερθήκατε πριν στο προσωπικό σας πένθος. Εξακολουθεί να υφίσταται; 
Είναι πολύ απλή η έκφραση “μου στοιχίζει”. Μπορώ να ισχυριστώ ότι έχω αλλάξει. Η αληθινή λέξη είναι ότι μετά τον θάνατο του Γιάννη Πάνου είμαι ένας άλλος άνθρωπος. Είμαι άλλο πρόσωπο πριν και άλλο μετά απ’ αυτό το συμβάν, το οποίο ήταν ο μεγάλος σταθμός στη ζωή μου.

Μας εξελίσσει μια τέτοια απώλεια; 
Δεν νομίζω. Γίνεσαι κάτι άλλο, αλλά δεν πιστεύω ότι έχουμε μια εξέλιξη προς τα μπροστά ή μια πορεία προς τα πίσω. Μπορεί να υφιστάμεθα μια συνεχή μετάλλαξη, αλλά δεν ξέρω αν αυτή είναι για το καλύτερο ή το χειρότερο. Ξέρω απλώς ότι είναι κάτι άλλο, το οποίο δεν μπορώ να αξιολογήσω ως καλό ή κακό.

Το έργο που παρουσιάζετε είναι ένας μονόλογος. Επιμένετε αρκετά στις μονοπρόσωπες παραστάσεις. Γιατί έχετε πάψει να συμπρωταγωνιστείτε στο θέατρο; 
Έχω τη διπλή υπόσταση του ηθοποιού και σκηνοθέτη. Όταν σκηνοθετώ ένα πολυπρόσωπο έργο, μου είναι πολύ δύσκολο να παίξω ταυτόχρονα, διότι έτσι δεν μπορώ να διδάξω τους ρόλους. Όταν πάλι σκηνοθετεί κάποιος άλλος, συνήθως δυσκολεύεται επειδή έχω ένα πολύ σημαντικό όνομα ως σκηνοθέτης και με φοβάται. Έτσι, περιορίζεται η δυνατότητά μου να παίξω με πολλούς ηθοποιούς. Καταφεύγω στους μονολόγους επειδή μου αρέσει πολύ να παίζω. Είναι πάρα πολύ ωραίο θέατρο και πολύ δύσκολο. Μπορεί να είναι μοναχικό, είναι όμως και πολύ απολαυστικό. Ευχαριστιέμαι πολύ κι έχω και το κεφαλάκι μου ήσυχο, γιατί όταν σκηνοθετώ πεθαίνω από την κούραση και μόνο με το ενδεχόμενο ότι μπορεί να υπάρξουν παρατράγουδα...



Ποιος ήταν ο Γιάννης Πάνου
Ο Γιάννης Πάνου (κατά κόσμον Γιάννης Παναγιωτόπουλος) γεννήθηκε στην Τρίπολη της Αρκαδίας το 1943. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στο Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης. Έζησε και συνδέθηκε δυνατά με την πόλη της Θεσσαλονίκης μέχρι το 1986, οπότε και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Σύντροφος της Ρούλας Πατεράκη, μοιράστηκε αδιάλειπτα και ενεργά τα πρωτοποριακά θεατρικά της εγχειρήματα. Στα γράμματα εμφανίστηκε σε ηλικία 28 ετών, το 1971, στην ομαδική αντιδικτατορική έκδοση “Νέα κείμενα”. Έπειτα από δέκα χρόνια, τον Μάιο του 1981, και σε ηλικία 38 ετών, κυκλοφόρησε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο “Από το στόμα της παλιάς Remington” από τον εκδοτικό οίκο-τυπογραφείο “Τρίλοφος” της Θεσσαλονίκης. Μετά από 17 ολόκληρα χρόνια συγγραφικής σιωπής, το 1998, εκδόθηκε το δεύτερο μυθιστόρημά του, “Η ιστορία των μεταμορφώσεων” από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Ο Γιάννης Πάνου πέθανε στην Αθήνα στις 11 Οκτωβρίου του 1998, σε ηλικία 55 ετών.

 
  • “ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΝ”
    ΡΟΥΛΑ ΠΑΤΕΡΑΚΗ
    ΘΕΑΤΡΟ ΕΜΣ
    15.10-16.10.08, ώρα 9 μ.μ.

  • _______________
    http://www.makthes.gr/news/arts/26196/

Γιάννης Πάνου: Από το Στόμα της Παλιάς Remington - Ιστορία των Μεταμορφώσεων




Ας πληθαίνουν οι άνθρωποι που μας μαθαίνουν να υπάρχουμε σιγαλά…
Το «λάθε βιώσας» των Επικούρειων το μετατρέψαμε στη νεοελληνική πραγματικότητα σε «λάθρα βιώσας».

Όμως ευτυχώς υπάρχουν ακόμα ανάμεσά μας οι καλοί, οι λίγοι που έχουν σημαία και λάβαρό τους το «βιώσας λάθε!». Ένας από αυτούς είναι κι ο φίλος μου Γιάννης Πάνου, κατά κόσμον Γιάννης Παναγιωτόπουλος. Λέω «είναι» και όχι «ήταν» γιατί ο συγγραφέας υπάρχει όσο υπάρχει έστω και ένας αναγνώστης του έργου του. Κι αυτή είναι η μόνη αθανασία στην οποία μπορεί να ελπίζει. 
Ο Γιάννης Πάνου ήταν ένας αθόρυβος άνθρωπος, καθόλου εγωκεντρικός, βυθισμένος στη δουλειά του, στο έργο που ανάλωσε δεκαπέντε χρόνια από τη σύντομη ζωή του κι ευτυχώς –για μας– πρόλαβε να το ολοκληρώσει: «Ιστορία των Μεταμορφώσεων». Ένα βιβλίο που διάβασα και ξαναδιάβασα πολλές φορές ελπίζοντας κάθε φορά να βρω το «φως που καίει, το φως το λαγαρό, εκείνο που λούζονται οι θεοί». Κι αυτό το φως το αξιώθηκε ο Γιάννης Πάνου. 
Το Μάιο του 1981 τυπώθηκε σε ένα μικρό τυπογραφείο της Θεσσαλονίκης ένα βιβλίο με τον παράξενο τίτλο «Από το στόμα της παλιάς Remington». Πέρασαν τριάντα χρόνια κι αφού είχε φύγει από τη μάταιη αυτή χώρα ο Γιάννης Πάνου για να ανακαλύψει η ελληνική κριτική αυτό το έργο, που εντάσσεται στον πεζογραφικό μοντερνισμό. Τέσσερις έλληνες πεζογράφοι, ο Κώστας Βούλγαρης, ο Θωμάς Σκάσσης, ο Μισέλ Φάις και ο Τάσος Χατζητάτσης, υπογράφουν έναν συλλογικό τόμο που εκδόθηκε από τον Καστανιώτη και φέρει τον τίτλο «25 χρόνια μετά – Γιάννης Πάνου… από το στόμα της παλιάς Remington…» με πρόλογο του Παναγιώτη Μουλλά και επίμετρο του Αριστοτέλη Σαΐνη. Κάλλιο αργά παρά ποτέ…
Ο Γιάννης… Θυμάμαι στο προτελευταίο κοινό μας ταξίδι στην Τυνησία που έγραφα το ένα ποίημα μετά το άλλο κι αυτός διάβαζε για το επόμενο μυθιστόρημά του το οποίο θα χρειαζόταν ίσως δεκαπέντε ή είκοσι χρόνια να το ολοκληρώσει. Και θα ’ταν σίγουρα ακόμα πιο σημαντικό από το προηγούμενο. Στην απορία του πώς μπορώ να γράφω τόσο γρήγορα δε μπόρεσα να του δώσω μια ικανοποιητική απάντηση. Αυτός μου εξήγησε ότι κάθε φράση περνάνε μέρες ίσως και μήνες μέχρι να σχηματιστεί στο μυαλό του και να πάρει την ολοκληρωμένη της μορφή. Ο Γιάννης ήταν μαθηματικός. Κι είναι η ουράνια αρμονία αυτή που αναζητά και την οποία διψάει στο έργο του. «Η μουσική των σφαιρών» που λέει ο Σαίξπηρ, η αιώνια ομορφιά.
Το βιβλίο που μας άφησε ως πνευματική κληρονομιά, η Ιστορία των Μεταμορφώσεων αποπνέει το άρωμα μιας άλλης ζωής, πνευματικής κι απέθαντης, μακριά από τα καθημερινά προβλήματα που μας τσακίζουν σ’ αυτή την ευλογημένη χώρα που ταχτήκαμε να κυνηγάμε ανεμόμυλους, ως άλλοι Δον Κιχώτες. Ο Γιάννης είχε τον τρόπο του να μένει αλώβητος από την μικρο-κακία του κόσμου. Ήταν αξιοπρεπής κι απόμακρος. Δεν μιλούσε ποτέ για το έργο του και δεν μας άφηνε ποτέ να υποψιαστούμε τις αβύσσους στις οποίες έπλεε με τη γαλήνη ενός ουράνιου χρυσόψαρου. Αλχημιστές, παρακοιμώμενοι βυζαντινών αυτοκρατόρων, μάγοι και προφήτες, αναζητητές της Αλήθειας, αποκρυφιστές, αποκωδικοποιητές συμβόλων και άλλοι «μετα-φυσικοί» παρελαύνουν από αυτό το αλλόκοτο βιβλίο που διαβάζεται δύσκολα, μετά τη δεύτερη όμως και τρίτη ανάγνωση καταφέρνει να μαγέψει τον υπομονετικό αναγνώστη, που δε βιάζεται να «καταναλώσει» άλλο ένα πεζογράφημα. 
Ο Χρυσός… Το αρχέτυπο όλων των αλχημιστών. Ο Γιάννης ήταν αυτό που λέμε «χρυσός άνθρωπος». Και μέσα στο τελευταίο του βιβλίο είναι κωδικοποιημένη κάτω από τις γραμμές η αρχή της καλωσύνης και της ανωτερότητας, η αρχή της αγάπης και της αλήθειας και της ζωής. Μιάς ζωής που έζησε πλέρια παρά τα πενήντα πέντε χρόνια του.

Η σύντροφος της ζωής του Ρούλα Πατεράκη υπερβαίνοντας τον δίκαιο πόνο της επέτυχε να συνεχίσει το καλό έργο που άρχισε εκείνος. Για το καλό όλων μας.

Γιατί κάποιος αγαθός θεός στρατολόγησε το Γιάννη Πάνου «στις ταξιαρχίες των αγγέλων για να αινούν το όνομά του το σεπτό».

Κωνσταντίνος Μπούρας

Ο «μογιλάλος» Γιάννης Πάνου (1943 – 11 Οκτωβρίου 1998),

 του Αριστοτέλη Σαΐνη

Μισέλ Φουκώ

Απέναντι στην ακατάσχετη λογόρροια, η ασκητική υπομονή. Απέναντι στη σπατάλη της δημοσιότητας, η συγγραφική αυταπάρνηση. Απέναντι στη γλωσσική χλαπαταγή, η βάσανος της ανάγνωσης και της γραφής, της γραφής και της ανάγνωσης,. Στο τέλος η ομιλούσα σιωπή του «μογιλάλου» Γιάννη Πάνου. Τριάντα σχεδόν χρόνια χωρίζουν την πρώτη εμφάνιση (1971) από το τελευταίο μυθιστόρημά του (1988) και μέσα σε αυτά χωρά μόλις ακόμα ένα μυθιστόρημα (1981) και μία δημοσίευση (1986). Από «το τελευταίο μεγάλο ελληνικό μυθιστόρημα» (Μανόλης Σαββίδης), με τον παράξενο τίτλο, …από το στόμα της παλιάς Remington…, στην αινιγματική Ιστορία των μεταμορφώσεων, ο Γιάννης Πάνου παραμένει «πραγματικός συγγραφέας», αν στην ταλαιπωρημένη αυτή λέξη πιστώνουμε «σεμνότητα, ήθος, αυταπάρνηση, καλλιτεχνική γνώση και επάρκεια» (Λίζυ Τσιριμώκου).
Ο κατά κόσμον Γιάννης Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε στην Τρίπολη της Αρκαδίας, το 1943, από γονείς μετοίκους απ’ το χωριό Δολιανά. Σπούδασε, έζησε και εργάσθηκε στην πόλη της Θεσσαλονίκης, συνδέθηκε με συγγραφείς του πρώτου Τραμ και με την πνευματική κίνηση του βιβλιοπωλείου «Βιβλιοθήκη» (της Νόρας Αναγνωστάκη), στην οποία συμμετείχε από τις αρχές του 1973, ενώ μοιράστηκε αδιάλειπτα τα πρωτοποριακά θεατρικά εγχειρήματα της συντρόφου του Ρούλας Πατεράκη. Το 1986 εγκαθίσταται στην Αθήνα. Πρωτοεμφανίζεται σε ηλικία 28 ετών, στην ομαδική αντιδικτατορική έκδοση Νέα Κείμενα του 1971. 
Δέκα χρόνια μετά, τον Μάιο του 1981, και σε ηλικία 38 ετών, κυκλοφορεί το πρώτο του μυθιστόρημα, με τον τίτλο …από το στόμα της παλιάς Remington… από τον εκδοτικό οίκο-τυπογραφείο «Τρίλοφος» της Θεσσαλονίκης, αφού προηγουμένως ο ιστορικός «Ερμής» απορρίπτει την έκδοση. Η θετική ωστόσο υποδοχή από την κριτική, η οποία μάλλον οδήγησε στην επανέκδοση του 1983 (Ύψιλον), δεν συμβαδίζει με εκδοτική επιτυχία. Μέχρι την τελευταία επανέκδοση του βιβλίου από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, το 1998, η δεύτερη έκδοση δεν είχε εξαντληθεί και αντίτυπά της εκποιήθηκαν στο ετήσιο βιβλιοπάζαρο της πλατείας Κλαυθμώνος. Το 1986 ο Γιάννης Πάνου δημοσιεύει ένα -μόνον κατ΄ όνομα- περιηγητικό κείμενο, μια σύντομη περιγραφή της Τρίπολης στο περιοδικό Το Τέταρτο, και το 1998, μετά από 17 χρόνια συγγραφικής σιωπής, κυκλοφορεί το δεύτερο μυθιστόρημά του, η Ιστορία των Μεταμορφώσεων, από τις Εκδόσεις Καστανιώτη. Λίγους μήνες αργότερα, στις 11 Οκτωβρίου 1998, ο Γιάννης Πάνου πεθαίνει στην Αθήνα, σε ηλικία 55 ετών.
* * *
Αν το εξώφυλλο του πρώτου μυθιστορήματος, με την κεντητή μπάντα μπροστά και τη φωτογραφία στο οπισθόφυλλο «γεωγραφούσε» το ειδολογικό «τέντωμα των νημάτων» ανάμεσα στους πόλους του Μύθου και της Ιστορίας, τότε το εξώφυλλο [«Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης» του Jakobo da Pontormo (1494-1557)] στο επόμενο και τελευταίο βιβλίο του Πάνου, εικονογραφεί το πέρασμα στην αναστοχαστικότητα του Μανιερισμού, την εκτόξευση σε μια λογοτεχνία δεύτερου βαθμού και την προσχώρηση σε ένα μυθοπλαστικό σύμπαν που χαρακτηρίζεται από την αέναη επανάληψη και αναδιατύπωση.
Αν η Remington είναι μια εξερεύνηση στον βιογραφικό και αυτοβιογραφικό «χώρο» και το μυθιστόρημα της καλλιτεχνικής (: συγγραφικής) αυτοσυνείδησης και μπορεί κατά συνέπεια να διαβαστεί ως ένα ιδιόμορφο Bildungsroman (τόσο προς την κατεύθυνση του βιογραφούμενου όσο και προς αυτήν του βιογράφου), η Ιστορία των Μεταμορφώσεων αποτελεί ένα είδος πνευματικής αυτο-βιογραφίας. Αν ακόμα στη Remington ο Πάνου δούλευε στο επίπεδο του σημαίνοντος, στην Ιστορία των Μεταμορφώσεων αποφασίζει να εργαστεί αποκλειστικά στο επίπεδο του σημαινομένου. Τέλος, αν ακόμα στη Remington διακρίνονταν οι «κόμποι και τα δεσίματα», έστω και στο πίσω μέρος του υφαντού του κειμένου, τώρα, αυτά έχουν εξαφανιστεί και οι ενώσεις έχουν λειανθεί… Η Ιστορία των Μεταμορφώσεων συνιστά πολύ περισσότερο από ό,τι η Remington «έναν αληθή κέντρωνα», ήτοι «ένδυμα συρραμένον από διάφορα κομμάτια, συρραμένον όμως τόσον επιδέξια, ώστε εις ολίγα μέρη βλέπει τις τα ράμματα και τους κλωστήρας» όπως σημείωνε ο Κοραής το 1804 στα «Προλεγόμενα» της έκδοσης του Ηλιόδωρου. Και για αυτό θα μπορούσε να προέλθει μόνο από τη γραφίδα ενός συγγραφέα που εξερεύνησε τη δύναμη του υπαινιγμού ή του παραθέματος με τον τρόπο που το έκανε ο Πάνου στο πρώτο βιβλίο του.
Στην Ιστορία των Μεταμορφώσεων ο Πάνου οδηγεί την τεχνική του στην τελειότητα και σε μια τέτοια απόλυτη ισορροπία μεταξύ οικειοποιημένου παραθέματος και πρωτότυπου κειμένου που τα κάνει να φαίνονται ως έργα ενός μόνο συγγραφέα. Τα ξένα αποσπάσματα που επαναλαμβάνονται αυτούσια ή παραλλαγμένα, μεταφρασμένα ή παραφρασμένα, σε τελική ανάλυση μεταμορφωμένα, καθώς και οι αντανακλάσεις και οι αναλογίες μαζί με το συνεχές παιχνίδι του υπαινιγμού καταργούν τον χρόνο και θρυμματίζουν την όποια ενική συγγραφική συνείδηση. Σε ένα παράθεμα, σε έναν διακειμενικό υπαινιγμό δύο διαφορετικά κείμενα, απομακρυσμένα στον χρόνο και στον χώρο διασταυρώνονται. Ο αναγνώστης σχεδόν εκβιάζεται να συνειδητοποιήσει τη σχέση όχι μόνο ανάμεσά τους αλλά και στο σύνολο των συμφραζομένων που αυτά κουβαλούν μαζί τους στο πέρασμα του χρόνου. Ο υπαινιγμός ενώνει κείμενο και αναφορά σε ένα σημείο του χρόνου και χώρου, και εξαλείφει τόσο τη διαφορετικότητα των αποσπασμάτων όσο και των συγγραφέων τους. Η τεχνική του Πάνου διαλύει τη χρονικότητα και αντιμετωπίζει ταυτόσημες ιδέες ως απορροές του ίδιου πνεύματος. Το να κάνεις υπαινιγμούς σημαίνει να αναδεικνύεις την άχρονη παγκοσμιότητα της ανθρώπινης διάνοιας. Έτσι προκύπτει αυτή η αποσύνθεση των κοινά παραδεκτών διαστάσεων του χρόνου, πάνω στην οποία βασίζεται το οικοδόμημα της Ιστορίας των μεταμορφώσεων, κάνοντας το παρελθόν αλλά και το μέλλον να αναδύονται μαγικά σε ένα άχρονο παρόν, ή, αντίστροφα, πουθενά δεν υπάρχει ένα παρόν αποκομμένο ή περιορισμένο, αλλά παντού εκτείνεται δυναμικά προς το παρελθόν και το μέλλον.
* * *
Η Ιστορία των Μεταμορφώσεων ξαναπιάνει το νήμα από εκεί που το άφησε το «Απόκρυφον» της Ρέμινγκτον, 17 χρόνια πριν,
«Αν σηκώσεις την άκρη της κρεμασμένης πάνω από το κρεβάτι κεντητής μπάντας, θα θυμηθείς το παλιό καθαρό χρώμα του καπνισμένου τοίχου, με όλο τον κίνδυνο, έτσι καθώς διπλώνεις το ύφασμα και καταστρέφεις τις αναλογίες και την προοπτική, να φέρεις τους άγριους διώκτες πολύ κοντά στον παράτολμο κλέφτη. Αν γελάσεις μ’ αυτή τη σκέψη και αδιαφορώντας για τις συνέπειες σηκώσεις πιο πολύ το ύφασμα, τότε θα δεις την πίσω όψη του παραμυθιού, χαμένη τη μαγεία των χρωμάτων, την τεχνική ξεμπροστιασμένη, όλο κόμπους και στηρίγματα και μεγάλες βελονιές»
και αρχίζει ως «απόκρυφο» κείμενο προειδοποιώντας τον νεοεισερχόμενο αναγνώστη:
«Ανοίγω τα μογιλάλα και βραδύγλωσσα χείλη και πριν απ’ όλα παρακαλώ τους μέλλοντες εντυγχάνειν τήδε τη βίβλω να μη διατρέξουν αυτήν επιπόλαια αλλά να σκύψουν πάνω της με προσοχή και επιμέλεια […] Γιατί ακόμη κι αν μαζευτεί ένα πλήθος ανθρώπων τόσο πολυάριθμο όσο οι κόκκοι της άμμου κι ακόμη περισσότερο, ακόμη κι αν προσπαθήσουν να βοηθήσουν ο ένας τον άλλο και πάλι δεν θα μπορέσουν να καταλάβουν αυτά που θέλησα να πω μήτε να αντιληφθούν το πιο μικρό σκύβαλο από τα πράγματα του κόσμου»
Κι αν στο απόσπασμα που προηγείται αναγνωρίζει κάποιος σε κατά λέξη μεταφορά το προοίμιο από τη Χριστιανική Τοπογραφία του Κοσμά του Ινδικοπλεύστη να συμπλέκεται αδιόρατα με τα λόγια ενός άραβα αλχημιστή (Γιαμπίρ Ιμπν Χαγιάν), τότε, λίγο μετά θα ακούσει τη φωνή ενός Κινέζου φιλοσόφου (Τσουάγκ Τσου) και θα διακρίνει τον Απολλώνιο τον Τυανέα. Στη συνέχεια, θα διαβάσει αποσπάσματα από τις Εξομολογήσειςτου Αυγουστίνου, το Περί Μυστικής θεολογίας του Διονυσίου Αρεοπαγίτη, τα Φυσικάτου Αριστοτέλη, τη Θεία Κωμωδία του Δάντη, και θα διασταυρωθεί με κειμενικές νησίδες από την Ινδική Μπαγκαβάτ Γκίτα ή τις επιστολές του Μιχαήλ Ψελλού. Τέλος, θα βρει σε κάθε σελίδα σχεδόν, ίχνη της γραφής του Χ. Λ. Μπόρχες και κάποια στιγμή απόηχους της ίδιας της Remington
Ακολουθούν άλλα τέσσερα κεφάλαια, τα οποία με αδιόρατες υπόγειες συνδέσεις, συνθέτουν αυτό το ιδιότυπο σπονδυλωτό «μυθιστόρημα». Οι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες που το διασχίζουν δραπετεύουν από την Ιστορία και τις σελίδες άλλων βιβλίων και ταξιδεύουν στον χρόνο ως μεταφυσικοί βρικόλακες υιοθετώντας και αφομοιώνοντας διαρκώς νέα πρόσωπα και προσωπεία, σε μια σειρά διαρκών μετατοπίσεων, αδιάκοπων μετοικήσεων, σε τελική ανάλυση αέναων μεταμορφώσεων. Η ιστορία και η φιλοσοφία, η λογοτεχνία και το αρχετυπικά μυθικό επέκεινα, συνεισφέρουν στην κατασκευή του κειμένου, και το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στην συνομιλία που αναπτύσσεται ανάμεσα σε κειμενικά αποσπάσματα που έχουν ανασυρθεί από το αρχικό τους περιβάλλον, για να ενταχθούν στον αφηγηματικό ιστό ενός τεράστιου σύγχρονου «κέντρωνα»:
Α Κεφάλαιο «Ο Κόσμος»: Ποια η σχέση λοιπόν του Βυζαντινού γεωγράφου του 6ου αιώνα που αναλαμβάνει προσωρινά την αφήγηση του πρώτου κεφαλαίου, με τον Απολλώνιο τον Τυανέα και τον Κινέζο φιλόσοφο Τσουάνγκ Τσου, τον άραβα αλχημιστή Γιαμπίρ και τον Μιχαήλ Ψελλό ή τον Μπόρχες, τα παράδοξα του Ζήνωνα και την Ινδική φιλοσοφία, τη μυστική Καμπάλα αλλά και την αναζήτηση ενός παγκόσμιου τύπου από τον Λαπλάς ή το όραμα της παγκόσμιας αρμονίας του Κέπλερ;
Β Κεφάλαιο «Don Lorenzo»: Πώς ένας ουμανιστής λόγιος της αναγέννησης σαν τον Don Lorenzo, γνωρίζει τα ποιήματα του Μπλέικ ή την Μοναδολογία του Λάιμπνιτς και το Συνέδριο των Πουλιών του Φαρίντ Ουντίν Αττάρ, υποστηρίζει τη θεωρία του Όκκαμ για το γλωσσικό σημείο, ξέρει τις περιηγητικές αναμνήσεις του Εβλιά Τσελεμπή και ενδιαφέρεται για τον καθολικό αλληγορισμό, την ερμητική σημείωση και κυρίως την πρωτοτυπία στην λογοτεχνία. Τι σχέση έχουν οι μυστικές διδασκαλίες των Σούφι και η εβραϊκή Καμπάλα ή ο Μπόρχες του Άλεφ, με όσα θαυμαστά συμβαίνουν σε ένα συμπόσιο όπου οι συνδαιτυμόνες ανήκουν εμφανώς σε διαφορετικές ιστορικές εποχές; Και πως ανάμεσα τους κυκλοφορεί ο κάπελας από την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων;
Γ Κεφάλαιο «Ο φιλόσοφος»: Ποια η σχέση του αυτοβιογραφούμενου φιλοσόφου που εύκολα ταυτίζεται με τα έργα και τις ημέρες του Μιχαήλ Ψελλού με τον άραβα αλχημιστή Γιαμπίρ και τον ερμητιστή Χέινριχ Κούνραθ αλλά και τον Παράκελσο; Και σε ποιο βαθμό σπαράγματα από τη χρονογραφία του Ψελλού ή τους επιτάφιους λόγους του και τις επιστολές του ενσωματώνονται μεταπαραμορφωμένα στο υφάδι του κειμένου;
Δ κεφάλαιο «Ο σκάλδος»: Ποια η σχέση του σκάλδου Χιόντουλφ Άρνοσον με τον επικό ποιητή των βόρειων λογοτεχνιών Σνόρρυ Στούρλουσον ή τον Μιχαήλ Ψελλό; Και σε τι βαθμό βρίσκουν τρόπο εισόδου στο σώμα του κειμένου αποσπάσματα από την ανώνυμη Ποιητική Έδα της σκανδιναβικής Μυθολογίας, τις σάγκες της Ιστορίας των Νορβηγών βασιλιάδων και κυρίως του Μπόρχες των Κέννιγκαρς και της «Σεμνότητας της Ιστορίας»;
Ε κεφάλαιο «Ο Μεσσίας»: Ποιος είναι τέλος πάντων ο Γιοδά Μπεν Σαμουέλ Σάνι του τελευταίου κεφαλαίου που αφορά τον εβραίο ψευδομεσσία Σαμπατάι Σέβι; Και πως ενσωματώνονται τα βιβλία του Γκέρσομ Σόλεμ για την Καμπάλα και τον Εβραϊκό Μεσσιανισμό, οι Σκληροί Έρωτες του Λεοπόλδου Φον Μαζόχ και οι Δερβίσηδες του Μιρμίρογλου στο κείμενο;
Αυτά αποτελούν μερικά μόνο από τα ερωτήματα που θα κληθεί να απαντήσει ο αναγνώστης της Ιστορίας των Μεταμορφώσεων και μερικά μόνο από τα αναγκαστικά διακείμενα ενός μυθιστορήματος που έθεσε ως στόχο του μέσα από ένα περίτεχνο ταξίδι στο συνεχές της παγκόσμιας βιβλιοθήκης, να αλληγορήσει την ίδια τη λειτουργία της λογοτεχνίας. Κάθε προσπάθεια της ανάγνωσης να αναχθεί στον εκτός κειμένου χώρο, αναζητώντας ένα αντικειμενικό έρεισμα, την επαναφέρει αναπόφευκτα πίσω στη Βιβλιοθήκη της Βαβέλ του Χ. Λ. Μπόρχες, δηλαδή σε έναν ατέρμονα διάλογο ανάμεσα στα βιβλία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
Γιάννης Πάνου, «Εκείνα τα χρόνια», Νέα Κείμενα, Κέδρος, Χειμώνας 1971,Τρίτη έκδοση, 83-85.
Γιάννης Πάνου, …από το στόμα της παλιάς Remington…, Εκδόσεις Τρίλοφος, Θεσσαλονίκη, 1981.
Γιάννης Πάνου, …από το στόμα της παλιάς Remington…, Δεύτερη Έκδοση, Εκδόσεις Ύψιλον, Αθήνα, Δεκέμβριος, 1983.
Γιάννης Πάνου, «”Η ΤΡΙΠΟΛΙΣ, η πόλις, η απερίγραπτος”’, Μια περιήγηση με το συγγραφέα Γιάννη Πάνου», στη στήλη Περίπατοι στις Πολιτείες, περιοδ. Το Τέταρτο, τεύχ. 20, 1986, σελ: 60-62.
Γιάννης Πάνου, …από το στόμα της παλιάς Remington…, Μυθιστόρημα, Τρίτη Έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1998.
Γιάννης Πάνου, Ιστορία των Μεταμορφώσεων, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 1998.

ΒΑΣΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Κώστας Βούλγαρης, Θωμάς Σκάσσης, Μισέλ Φάις, Τάσος Χατζητάτσης, 25 χρόνια μετά – Γιάννης Πάνου …από το στόμα της παλιάς Remington…, Πρόλογος: Παναγιώτης Μουλλάς – Φιλολογικό επίμετρο: Αριστοτέλης Σαΐνης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2006.
Αφιέρωμα: Γιάννης Πάνου, επιμέλεια Κώστας Βούλγαρης, Εφημερίδα «Αυγή», 17/9/2006 – και 24/9/2006 [Γράφουν: Γιάννης Δάλλας, Λήδα Καζαντζάκη, Δημήτρης Δημηρούλης, Δημήτρης Αγγελάτος, Μάσσιμο Κατσούλο, Τζίνα Πολίτη, Κώστας Βούλγαρης, Γιώργος Μπλάνας, Γιάννης Παπαθεοδώρου, Λίζυ Τσιριμώκου, Στέφανος Ροζάνης, Τιτίκα Δημητρούλια, Αλέξης Ζήρας, Χριστίνα Αγγελίδη, Κώστας Γαβρόγλου]